οὖρον


οὖρον
οὖρον, τό, Urin, Harn
--------------------------------
οὖρον, τό, der Raum, über den sich eine Bewegung hin erstreckt; wie groß der Raum ist, den ein Maultiergespann beim Pflügen des Brachlandes zurücklegt, den man gewöhnlich den Maultieren beim Pflügen zumutet

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • οὖρον — ὅρος boundary masc acc sg (ionic) οὖρον 1 urine neut nom/voc/acc sg οὖρον 2 limit neut nom/voc/acc sg (epic ionic) οὖρος 1 fair wind masc acc sg οὖρος 2 watcher masc acc sg οὖρος 3 masc acc sg (ionic) οὖρος 4 urus masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ούρον — oὖρον, τὸ (Α) 1. το διάστημα στο οποίο εκτείνεται μια κίνηση, όριο, τέρμα 2. στον πληθ. τὰ οὖρα τα όρια 3. φρ. «oὖρα μυάς» το φυτό μολόχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. όρος (Ι)] …   Dictionary of Greek

  • οὐρόν — οὐρός the watery masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὖρα — οὖρον 1 urine neut nom/voc/acc pl οὖρον 2 limit neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔρω — οὔ̱ρω , ὅρος boundary masc nom/voc/acc dual (ionic) οὔ̱ρω , ὅρος boundary masc gen sg (doric ionic aeolic) οὔ̱ρω , οὖρον 1 urine neut nom/voc/acc dual οὔ̱ρω , οὖρον 1 urine neut gen sg (doric aeolic) οὔ̱ρω , οὖρον 2 limit neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

  • Неотложные состояния в урологии — Проба мочи пациента с макрогема …   Википедия

  • κατρουλιό — και κατουρλιό, το 1. το κάτουρο 2. η τάση που έχει κάποιος για συχνή ούρηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται στον τ. κάτ ουρον απ όπου με προληπτική ανάπτυξη ρ > κατρ ουρον, κατόπιν με ανομοίωση κατρ ουλον > κατρουλ ιό] …   Dictionary of Greek

  • οὔροις — οὔ̱ροις , ὅρος boundary masc dat pl (ionic) οὔ̱ροις , οὖρον 1 urine neut dat pl οὔ̱ροις , οὖρον 2 limit neut dat pl (epic ionic) οὖρος 1 fair wind masc dat pl οὖρος 2 watcher masc dat pl οὖρος 3 masc dat pl (ionic) οὖρος 4 urus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔροισι — οὔ̱ροισι , ὅρος boundary masc dat pl (epic ionic aeolic) οὔ̱ροισι , οὖρον 1 urine neut dat pl (epic ionic aeolic) οὔ̱ροισι , οὖρον 2 limit neut dat pl (epic ionic aeolic) οὖρος 1 fair wind masc dat pl (epic ionic aeolic) οὖρος 2 watcher masc dat… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔροισιν — οὔ̱ροισιν , ὅρος boundary masc dat pl (epic ionic aeolic) οὔ̱ροισιν , οὖρον 1 urine neut dat pl (epic ionic aeolic) οὔ̱ροισιν , οὖρον 2 limit neut dat pl (epic ionic aeolic) οὖρος 1 fair wind masc dat pl (epic ionic aeolic) οὖρος 2 watcher masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.